Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ

Ξινό :           Αρνητικό χαρακτηριστικό όπου αναφέρεται στην ύπαρξη υπερβολικής οξύτητας που δεν υποστηρίζεται από άλλα γευστικά θετικά στοιχεία.

Ξηρό :          Ένα κρασί που χαρακτηρίζεται από την απουσία γλυκών στοιχείων. Η αναγραφή της λέξης πάνω στο μπουκάλι υποδηλώνει ότι όλα τα σάκχαρα του σταφυλιού έχουν μετατραπεί σε αλκοόλη κατά την ζύμωση.

Ο

Οινολάσπες :          Μικροσκοπικά σωματίδια που προκύπτουν σαν  υπολείμματα της αλκοολικής ζύμωσης. Συνήθως απομακρύνονται από το κρασί με εξαίρεση κάποια λευκά κρασιά, όπου η παραμονή τους με αυτές για κάποιο διάστημα προσδίδει νεύρο και φρεσκάδα.

Οξειδωμένο :          Ένα κρασί που η επαφή του με τον αέρα έχει αλλοιώσει τα οργανοληπτικά του χαρακτηριστικά. Η οξείδωση συνήθως αναφέρεται σαν αρνητικό στοιχείο, εκτός αν έχει δημιουργηθεί ελεγχόμενα από τον παραγωγό για να προσδώσει ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα, όπως στην περίπτωση των κρασιών Sherry και Madeira.

Οξύτητα :     Το σύνολο των ξηρών στοιχείων ενός κρασιού. Απαραίτητη για το νεύρο, τη διάρκεια, την επίγευση αλλά και τις δυνατότητες παλαίωσης όλων των κρασιών. Η παρουσία της εγγυάται την ζωντάνια και την φρεσκάδα, η έλλειψή της την επίπεδη αίσθηση και την πλαδαρότητα. Για να την “εμπεδώσετε” δοκιμάστε ένα ασύρτικο δεξαμενής από την Σαντορίνη δίπλα σε ένα Ελληνικό βαρελότο chardonnay.

Οργανοληπτική εξέταση : Η ανάλυση των χαρακτηριστικών ενός κρασιού μέσα από την οπτική, οσφρητική και γευστική εξέτασή του.

Ουδέτερο :   Ένα κρασί κοινό, χωρίς προσωπικότητα και ποικιλιακή ταυτότητα.

Π

Παλαίωση : Η παραμονή ενός κρασιού για κάποιο διάστημα στην φιάλη προκειμένου να αναδείξει όλο το ποιοτικό δυναμικό του αποκτώντας αρωματική πολυπλοκότητα και αρμονία στην γεύση. Το 95% των κρασιών του κόσμου δεν κερδίζει τίποτα από μια παλαίωση.

Παχύ :         Ένα κρασί βαρύ, αλκοολικό και γλυκερό, συνήθως χωρίς αποθέματα οξύτητα που θα συνεισέφεραν σε γευστική ισορροπία.

Πληθωρικό :          Ένα κρασί όπου όλα του τα στοιχεία είναι υπερτονισμένα. Όπως ισχύει και για μια Χολιγουντιανή υπερπαραγωγή, όχι απαραίτητα θετικό στοιχείο.

Πίκρα :        Δεν πρέπει να συνδέεται σε την στιφάδα ενός ερυθρού κρασιού, αν και μπορεί να είναι το ίδιο δυσάρεστη ειδικά αν προέρχεται από χρήση παλιών και βρώμικων βαρελιών η από υπερβολικό πάτημα των σταφυλιών. Μπορεί όμως να είναι και θετικό, πικάντικο στοιχείο όπως στην περίπτωση των σπουδαίων κρασιών Chianti αλλά και Amarone della Valpolicella.

Πτητική οξύτητα : Προέρχεται από το οξικό οξύ και  σε μεγάλες συγκεντρώσεις μπορεί να προσδώσει στο κρασί χαρακτηριστικά ξιδιού. Σε μικρές πάντως ποσότητες μπορεί να  ενισχύσει και να βελτιώσει το άρωμα ενός κρασιού.

Ποικιλιακό :           Χαρακτηριστικό που οφείλεται σε συγκεκριμένη ποικιλία σταφυλιού από την οποία προέρχεται το κρασί. Κάθε ποικιλία διαθέτει τα δικά της μοναδικά αρώματα και γεύσεις.

Πρώρογος : Ο μούστος που προέρχεται μόνο από την πίεση των σταφυλιών μεταξύ τους. Αν ο παραγωγός σας πει ότι το κρασί του προέρχεται μόνο από πρόρωγο, απλά μην τον πιστέψετε!

Σ

Σάκχαρα : Περιέχονται στο χυμό της ρόγας και μετατρέπονται σε αλκοόλη κατά την αλκοολική ζύμωση, ενώ ένα μέρος τους μπορεί και να μείνει αζύμωτο δίνοντας στο κρασί γλυκιά γεύση.

Σκληρό :       Συνήθως ένα κρασί με έντονα στυφές τανίνες. Μπορεί να μαλακώσει με την παλαίωση στη φιάλη, μπορεί και όχι.

Στρόγγυλο : Υποδηλώνει ένα κρασί  όπου δεν υπάρχουν έντονα τονισμένα ξηρά η τανικά στοιχεία που θα μπορούσαν να ενοχλούν. Για το αντίθετο χρησιμοποιούμε την έκφραση “με γωνίες”.

Στυπτικό :    Όρος που αναφέρεται στα ερυθρά κρασιά προκειμένου να υποδηλώσει κακής ποιότητας τανίνες που στεγνώνουν το στόμα δίνοντάς του αίσθηση παπουτσιού.

Σώμα :         Το πόσο βαρύ και εύρωστο είναι ένα κρασί. Εξαρτάται από το υψηλό αλκοόλ και το εκχύλισμα καθώς και από την ποιότητα της χρονιάς η το κλίμα.