Κ-Λ-Μ-Ν

Καθαρό :      Ένα κρασί που χαρακτηρίζεται από απουσία ελαττωμάτων και σαφήνεια των θετικών του στοιχείων.

Καπνιστό :    Χρησιμοποιείται για ένα κρασί όπου έχει ωριμάσει σε έντονα “καμένο” βαρέλι που του έχει προσδώσει ανάλογα χαρακτηριστικά.

Κοινό :         Ευχάριστο αλλά χωρίς προσωπικότητα κρασί που μοιάζει με πολλά άλλα.

Κολλάρισμα : Μέθοδος διαύγασης του κρασιού, συνήθως με την προσθήκη λευκώματος.

Κομψό :         Ένα ισορροπημένο κρασί που συνδυάζει ελαφράδα και κλάση.

Κοντό :         Χαρακτηρίζει ένα κρασί με μικρή αρωματική και γευστική διάρκεια.

Μ

Μαρσεπτάνες :       Ενώσεις που δίνουν σε ένα κρασί δυσάρεστο άρωμα που θυμίζει καμένο λάστιχο.

Μάκρος :      Η μεγάλη εναλλαγή γευστικών εντυπώσεων όταν ένα κρασί βρίσκεται στο στόμα. Χαρακτηριστικό όλων των σπουδαίων κρασιών. Αντίθετό του το “κοντό”.

Μαλακό :      Ένα κρασί που χαρακτηρίζεται από την πτώση ενοχλητικών στοιχείων του όπως οι τονισμένες οξύτητες η τανίνες. Μπορεί ωστόσο να υπονοεί και ένα κρασί που παρουσιάζεται πλαδαρό.

Μεγάλο :      Ένα κρασί από σπουδαίο αμπελώνα, παραγωγό και εσοδεία. Εκτός από ισορροπία, χαρακτήρα, φινέτσα και πολυπλοκότητα, πρέπει να διαθέτει και μεγάλες δυνατότητες παλαίωσης.

Μεταξένιο : Ένα κρασί λεπτό, αρμονικό αλλά πάνω από όλα με πυκνοϋφασμένα αρωματικά και γευστικά χαρακτηριστικά.

Μηλικό Οξύ :          Ένα από τα βασικά οξέα ενός κρασιού. Πολλές φορές μετατρέπεται στο λιγότερο “ξινό” γαλακτικό οξύ με μια ζύμωση που γίνεται μετά την αλκοολική και ονομάζεται μηλικογαλακτική.

Μούστος :     Ο χυμός των σταφυλιών προτού ζυμωθεί.

Μπουκέτο :   Το ηδονιστικό άρωμα που δημιουργείται σε ένα κρασί μετά από μακρόχρονη παραμονή μέσα στην φιάλη. Ένα παλαιωμένο κρασί διαθέτει μπουκέτο, ένα φρέσκο άρωμα.

Μύτη :          Το σύνολο των οσφρητικών χαρακτηριστικών ενός κρασιού.

Ν

Νέο, νεαρό : Υποδηλώνει ένα φρέσκο, δροσερό λευκό κρασί αλλά και ένα ερυθρό το οποίο απαιτεί παλαίωση προκειμένου να αποκτήσει αρμονία των χαρακτηριστικών του.

Νευρικό :     Ένα πλούσιο κρασί με υψηλή οξύτητα.